ἐπορκιστής


ἐπορκιστής
ἐπ-ορκιστής, , der Beschwörer

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • επορκιστής — ἐπορκιστής, ὁ (Α) εξορκιστής …   Dictionary of Greek

  • ἐπορκιστής — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορκισταί — ἐπορκιστής masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορκιστῶν — ἐπορκιστής masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορκιστάς — ἐπορκιστά̱ς , ἐπορκιστής masc acc pl ἐπορκιστά̱ς , ἐπορκιστής masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.